Previous: ἀγροφύλαξNext: ἀγρυπνέω


ἄγρυκτος, ον, (ἀ- priv., γρύζω) not to be spoken of, ἄγρυκτα παθεῖν Pherecr.157. ἀγρυξία, ἡ, dead silence, Pi.Fr.229.