Previous: ἀσχολίαNext: ἄσχυ


ἄσχολ-ος, ον, (σχολή) of persons, without leisure, engaged, busy,Pl.Lg.832b, D.3.27; ἄ. συγγόνου προσεδρίᾳ E.Or.93; ἄ. ἐς σοφίην busily engaged upon (or, with no leisure for) .., Hdt.4.77; ἄ. περί τι busy about .., Plu.Tim.12; πρὸς τοῖς ἔργοις Arist.Pol.1305a20: c. inf., having no time to .., Pi.P.8.29; ἄσχολοί εἰσιν ἐπιβουλεύειν Arist.Pol.1313b20; ἄ. ὥστε μὴ ἐκκλησιάζειν ib.1318b12. Adv. -λως, ἔχειν D.33.25; πρός τι Aristid.Or.23 (42).61.

II. of actions, etc., πάντα χρόνον ἄ. ποιεῖν fully occupied, Pl.Lg.831c; ἄ. πράξεις not leisured, Arist.EN1177b8; κίνησις ἄ. unresting, Id.Cael.284a31.