Previous: ἀγείσωτοςNext: ἀγελάζομαι


ἀγείτων, ον, gen. ονος, neighbourless, πάγος A.Pr.272; οἶκος φίλων ἀ. E.El.1130; ἄφιλος καὶ ἀ. Plu.2.423e.