Previous: ἀγορανόμοςNext: ἀγορασείω


ἀγοράομαι, almost always in Ep. forms, pres. ἀγοράασθε, impf. ἠγοράασθε, ἠγορόωντο (cf. Hdt.6.11), aor. 1 only 3 sing. ἀγορήσατο (v. infr.): 2sg. impf. ἠγορῶ S.Tr.601; inf. ἀγορᾶσθαι Thgn.159:—
meet in assembly, sit in debate, οἱ δὲ θεοὶ πὰρ Ζηνὶ καθήμενοι ἠγορόωντο Il.4.1.

II. speak in the assembly, harangue, ὅ σφιν ἐϋφρονέων ἀγορήσατο Il.1.73, 9.95, cf. Od.7.185, Hdt. l. c.; παισὶν ἐοικότες ἀγοράασθε Il.2.337.

2. generally, speak, utter, εὐχωλαί ..ἃς ..κενεαυχέες ἠγοράασθε 8.230, μήποτε ..ἀγορᾶσθαι ἔπος μέγα Thgn. l.c.: c. dat., speak, talk with, ἕως σὺ ..ἠγορῶ ξέναις S. l.c. [ᾱγ- only in Il.2.337, metri grat.; otherwise ᾰγ-.]