Previous: ἀναρίθμητοςNext: ἀνάριθμος


ἀνᾰρίθμ-ιος, ον, = ἀνάρσιος, and ἀναρίθμιον: ἐχθρόν (opp. ἐναρίθμια: φίλα, συνήθη), Hsch.