Previous: ἀντιτίμημαNext: ἀντιτιμωρέομαι


ἀντίτῑμος, ον, of equal worth, Ἀθηνᾶ 20p.163 (Chios), and ἀντίτῑμα: τὰ ἄποινα, τὰ ἀντέκτιτα, Hsch.