Previous: ἀρεταλογίαNext: ἀρετάω


ἀρετᾱ-λόγος, ὁ, (ἀρετή, λέγω) professional expounder of ἀρεταί (v. ἀρετή), writer of ἱεροὶ λόγοι, μιμογράφου καὶ ἀρεταλόγου ἢ ἄλλου συγγραφέως prob. in Phld.Po.5.1425.9; ὀνειροκρίτης καὶ ἀ. SIG1133, cf. Suet.Aug.74, Juv.15.16, Aus.Ep.13.