Previous: ἀργυρόπουςNext: ἀργυρόπρυμνον


ἀργῠρο-πράτης [ᾱ], ου, ὁ, money-dealer, PSI1.76.2 (vi A.D.):—
hence ἀργῠρο-ᾱτικός, ή, όν, Just.Nov.136.