Previous: ἀρήγωNext: ̓αρηίθοος


ἀρηγών [ᾰ], όνος, ὁ, ἡ, helper, Il.4.7, 5.511, in fem.; masc. in Batr. 280, etc.; ἀρηγόνος ἡνιόχοιο Opp.H.5.108.