Previous: βλαπτήριοςNext: βλάπτω


βλαπτ-ικός, ή, όν, hurtful, mischievous, δυνάμεις Ph.1.14, cf. S.E.M.6.4, etc.: c. gen., ἀνθρώπων Str.15.1.45, cf. Phld.Piet.99,100. Adv. -κῶς Arr.Epict.3.23.4, Ptol. Tetr.168.