Previous: βρωτικόςNext: βρωτύς


βρω-τός, ή, όν, to be eaten, Archestr.Fr.28; φάρμακον, opp. ποτόν, Porph.Abst.1.27.

II. βρωτόν, τό (τὸν β. Bull.Soc.Alex.6.45), meat, opp. ποτόν, X.Mem.2.1.1; βρωτοῖσι καὶ ποτοῖσι E.Supp.1110, cf. LXX 1 Es.5.54, Aristeas 128, PSI1.64.21 (ii A. D.).