Previous: ἡγεμόνιοςNext: ἡγεμόσυνα


ἡγεμον-ίς, ίδος, ἡ, fem. of ἡγεμών, imperial, πόλεις Str.8.6.10, cf. CIG2721 (Stratonicea); γῆ App.BC2.65: metaph., δικαιοσύνη ἡ ἐν ἀρεταῖς ἡ. Ph.2.5; αἰσθήσεων ἡ. ὅρασις Id.2.24.