Previous: ἡμιονάγριονNext: ἡμιονικός


ἡμιόν-ειος, α, ον, Ion. ἡμιόν-εος Hdt.1.188:—
of, belonging to a mule, ἄμαξα ἡ. drawn by mules. Od.6.72, Il.24.189; ζυγὸν ἡ. ib.268; κόπρος ἡμιονείη,= ἡμιονίς, Pamphoap. Philostr.Her.2.19, cf. Suid. s.v.

II. ἡμιόνειος πόα,= ἡμιόνιον 1, Dsc.Eup.2.100.