Previous: μεθίστημιNext: μεθόδευμα


μεθοδ-εία or μεθοδ-ία, ἡ, craft, wiliness, Ep.Eph.4.14: pl., μ. τοῦ διαβόλου ib.6.11.

II. method of collecting taxes or debts (in form μεθοδία), POxy.1134.9 (v A. D.), 136.18 (vi A. D.).