Previous: παγχάλεποςNext: παγχαλκεύς


παγ-χάλκεος, ον, all-brazen, ἄορ, ῥόπαλον, Od.8.403, 11.575; of a man, οὐδ' εἰ π. εὔχεται εἶναι Il.20.102.