Previous: παλίμψηκτρονNext: πάλιν


πᾰλίμ-ψηστος, ον, (ψάω) scraped again, βιβλίον π. palimpsest, Plu. 2.779c: -ψηστον, τό, as Subst., ib.504d, cf. Catull.22.5, Cic.Fam.7.18.2.