Previous: πανουργίαNext: πανουργιππαρχίδης


πᾰνουργ-ικὸν ξύλον, gallows-wood, PMag.Lond.46.73 (unless an error for πανιούρινον = παλιούρινον, v. πανίουρος); π. ὅπλα dub. sens. in Ps.-Callisth.2.16 (cod. B). Adv. -κῶς Sch. Ar.Pl.1064.