Previous: πάθημαNext: πάθησις


πᾰθ-ημᾰτικός, ή, όν, liable to παθήματα, impressionable, τὸ π. τῆς ψυχῆς μόριον Jul.Or.6.199c. Adv. -κῶς f.l. in S.E.P.2.10.