Previous: παραβοάωNext: παραβοηθέω


παραβοήθ-εια, ἡ, aid, succour, αἱ τῶν ἔργων π. Pl.Lg.778a; αἱ π. aids in war, Plb.2.5.2, Onos.6.4; αἱ π. τοῦ χάρακος Ph.Bel.85.42.