Previous: παῦλαNext: παυράς


παυνί: μικρόν, οἱ δὲ μέγα ἢ ἀγαθόν, Hsch. παῦνις: ἀπόχρεως, Id. παῦνον: μέγα, Id. παυράκις: ὀλιγάκις ἢ οὐδὲν ὅλως, Id. παυρακίς, = ἡ πέμπτη (Samothrac.), Id.