Previous: πελοπόννησοςNext: πελτάζω


Πέλοψ, οπος, ὁ, Pelops, Il. 2.104, etc.: Adj. Πελόπιος, E.Fr.515, etc.; Πελοπήϊος, A. R. 1.758, al.: pecul. fem. Πελοπηί̈ς, ί̈δος, Call. Del.72, A.R.4.1570, Nic.Fr. 104.