Previous: πεντηκόντοροςNext: πεντηκοντοφύλαξ


πεντηκοντούτης, ες, contr. fr. πεντηκοντοέτης ( = πεντηκονταέτης), fifty years old, Pl.R.540a, Lg.670b.

II. of or lasting fifty years, σπονδαί Foed. ap. Th.5.27.