Previous: περιοπτέοςNext: περιορατέον


περίοπτος, ον, to be seen all round, in a commanding position, ὄρος Str.8.6.21; τόπος Plu.Arat.53, etc.; of a person, π. ἐπιστὰς τοῖς σώμασι J.BJ2.18.4; ἐκ περιόπτου D.H.Comp.23.

b. Subst. περίοπτα, τά, belvederes, Plu.Luc.39.

2. conspicuous, Isoc. ap. Poll.2.58, etc.; βίος D.S.14.1; κάλλεα AP5.26(Rufin.), etc.; ἔργα Plu.Caes.16. Adv. -τως gloriously, Id.Sull.21, etc.