Previous: περίπτυκτοςNext: περιπτύσσω


περί-πτυξις, εως, ἡ, folding oneself round, embracing, τοῦ νεκροῦ Plu.Cat.Mi.11 (pl.); περιπτύξεις καὶ ἁφαί Plot.4.7.8.