Previous: περίεφθοςNext: περιέχω


περιεχής, ές, surrounding, embracing, κῦμα κυρτὸν καὶ π. Philostr. Im.2.8 (v.l. -ηχές).

2. stooping, π. μᾶλλον ἢ ὀρθοί, of athletes, Id.Gym.40.