Previous: περίπηγμαNext: περιπηδάω


περιπήγνῡμι and περι-ύω (Plu.2.433b): also περιπήττω (v. infr.):—
fix round, fence round, c. acc. loci, περὶ δὲ πάξαις Ἄλτιν Pi.O.10(11).45; π. τῷ σώματι Χιτῶνα Plu.2.966d:—
Pass. with pf. περιπέπηγα, αἷς π. ἡ σαρκώδης οὐσία Gal.18(2).597; περιπησσέσθωσαν σανίδες Apollod. Poliorc.173.13; περιπαγῆναί τινι τὸν αὐχένα to have one's neck fixed in it, Ar.Fr.301.

2. make to congeal round, τὴν τέφραν τῷ βωμῷ Plu.2.433b:—
Pass. with pf. intr. -πέπηγα, τὰ ὑποδήματα π. are frozen on the feet, X.An.4.5.14; περιπήττεται τὸ ὕδωρ τινί Str.12.5.4; τὸ δάκρυον [τῆς ἀμπέλου] π. τοῖς στελέχεσι Dsc.5.1; of a coated tongue, Gal.17(2).277: metaph., τἀγαθῷ -πεπηγός Dam.Pr.70.