Previous: περιρρέωNext: περιρρήδην


περιρρήγνῡμι and περι-ύω (Plu.Publ.6), break off all round, τὸν γήλοφον κύκλῳ Pl.Criti.113d: freq. of clothes, rend and tear off, τὸν χιτωνίσκον D.19.197; τὴν χλαμύδα Plb. 15.33.4: also c. acc. pers., strip, Parth. 15.3:—
Med., περιερρήξατο τοὺς πέπλους tore off her own garments, Plu.Ant.77, cf. Ph.2.44: abs., J.AJ9.7.3, Arr.An.7.24.3, D.Chr.35.9; [γυναῖκες], περιερρηγμέναι Id.46.12:—
Pass., with aor. 2 -ερράγην, intr. pf. περιέρρωγα, περιρρηγνυμένων φαρέων A.Th.328 (lyr.); of the case or membrane that encloses pupa or shellfish, περιρρήγνυται τὸ κέλυφος Arist.HA551a23, cf. 552a6; περιερρωγέναι τὸ ὄστρακον ib. 601a13 (so in Act., ἡ σχάδων ..τὸν ὑμένα περιρρήξας (sic) ἐκπέταται ib. 554a30.—
Med., τὰ ζῷα τὰ ἐκ τῶν σκωλήκων περιρρηγνύμενα ib.552a9); πέτρα περιρραγεῖσα ib.578b22; of dead flesh, break away, Hp.Fract. 26.

II. cause a stream to break or divide round a piece of land, [Βούσιρις] τὸν Νεῖλον περὶ τὴν χώραν περιέρρηξε Isoc.11.31:—
Pass., τοῦ Δέλτα κατὰ τὸ ὀξὺ περιρρήγνυται ὁ Νεῖλος Hdt.2.16, cf. Ael.NA7.24; βρονταὶ περιερρήγνυντο kept breaking round a place, Plu.Crass. 19.

III. break a thing round or on another, wreck, τὸ σκαφίδιον πρὸς πέτραν Luc.Merc.Cond.2, cf. Poll.1.114; ἀλλήλοισι π. ἀέλλας Q.S.8.61.

IV. ὄρος περιερρωγός broken all round, i.e. precipitous, Nic.Dam.1 J.