Previous: πηγόςNext: πηδάλιον


πηγῠλίς, ίδος, ἡ, (πήγνυμι 111) frozen, icy-cold, νὺξ δ' ἄρ' ἐπῆλθε κακὴ Βορέαο πεσόντος π. Od.14.476; ἀϋτμή A.R.2.737.

II. as Subst., hoar-frost, rime, AP9.384.24, Alciphr.1.23: pl., frosts, Orph.Fr.270.4.