Previous: πηρόςNext: πηρώδης


πηρ-όω, Dor. πᾱρόω (v. infr.), (πηρός) maim, mutilate, esp. in the limbs, Ar.Ra.623; ἐὰν παῖδας ὄντας πηρώσῃ τις castrate, Arist.HA631 b31; αἴ κα σῦς καρταῖπος παρώσει GDI4998i14 (Gortyn): more freq. in Pass., πηροῦται τὸ σκέλος τούτοισι Hp.Art.60, cf. GDIl. c. i8; τὸ σκέλος πεπηρωμένος D.18.67; πεπήρωται τοὺς ὀφθαλμούς Arist.HA620a1, cf. Ephor.1 J.; so of moles, lobsters, to be defective in point of eyes, claws, Arist.HA491b34, PA684a35; ὥσπερ πεπηρωμένον τετράπουν, of the seal, Id.HA498a32; τὸ πηρωθὲν ἐν τῇ ὑστέρᾳ Id.GA749a2, etc.

2. metaph., incapacitate, τέχνην ..πηρῶσαι Pl.Phdr.257a; π. τὴν ἱστορίαν Str. 17.3.3:—
Pass., πεπηρωμένος πρὸς ἀρετήν incapacitated for practising virtue, Arist.EN1099b19; πρὸς τὴν γνῶσιν Anaxarch. ap. S.E.M. 7.55, cf. 298; πρὸς καρπογονίαν Thphr.CP1.5.5.