Previous: πικρόςNext: πικρόχολος


πικρότης, ητος, ἡ, pungency, of taste, bitterness, Hp.Acut.23, VM 19, Pl.Tht.159e, Ti.83b: in pl., ib.82e.

II. metaph., bitterness, harshness, cruelty, τὴν [Ἀστυάγεος] π. Hdt.1.130; γλώσσῃ π. ἔνεστί τις E.El.1014: pl., αἱ τῶν συκοφαντῶν π. Isoc.15.300.