Previous: πικρότηςNext: πικρόω


πικρόχολος, ον, full of bitter bile, bilious, opp. μελάγχολος; οἱ π. τὰ ἄνω Hp.Acut.34, cf. 61, Aret.SA 1.5; π. χυμός Gal.6.247: metaph., splenetic, AP7.69 (Jul.).