Previous: πλάτοςNext: πλάττω


πλᾱτός, ή, όν, (πελάζω) approachable, οὐ πλατοῖσι φυσιάμασι A.Eu. 53 (Elmsl. for πλαστοῖσι, cf. πλατά: προσπέλαστα, Phot.).