Previous: πλήρηςNext: πληροσία


πληροσέληνος, ον, full, of the moon, Μήνη Man.2.490; σελήνη Sch.Ar.Nu.750; ἡμέρα Suid. S1.v. πλησιφαής; τὸ π. full moon, Lyd. Mens.3.10.