Previous: πλούταρχοςNext: πλουτέω


Πλουτεύς, ὁ, collat. form of Πλούτων, gen. Πλουτέως Luc.Trag.13, IG 3.1341, 1355, Πλουτῆος AP7.587 (Jul. Aegypt.); dat. Πλουτέϊ Mosch. 3.126, Πλουτῆϊ ib.22, 118, AP14.55.7; acc. Πλουτέα ib.9.137 (Hadr.).