Previous: πολιοκρόταφοςNext: πολιοπλόκαμος


πόλιον, τό, hulwort, Teucrium Polium, said to cause caprification, Thphr.HP2.8.3, cf. 1.10.4, 7.10.5, Nic.Th.64, Orph.A.919, Dsc.3.110, Gal.6.731.

2. π. θαμνωδέστερον, Teucrium creticum, Dsc. l. c.

3. = ἕρπυλλος, Ps.-Dsc.3.38. (Cf. πολιόφυλλον.)