Previous: ποδηνεκήςNext: ποδήρης


ποδ-ήνεμος (Dor. ποδ-άνεμος B.6.13), ον, wind-swift, epith. of Iris, π. ὠκέα Ἶρις Il. 2.786, al. (never in Od.); ὦ π. τέκος, of a runner, B.l.c.: Com., καρκίνοι ποδάνεμοι [ᾱ] Crates Com.29 (-ήνεμοι cj. Mein.), cf. Hsch.