Previous: πορευτέοςNext: πορευτός


πορ-ευτικός, ή,όν, going on foot, walking, τὰ π. ζῷα, opp. πτηνά, ἑρπυστικά, νευστικά, Arist.HA487b16, al.; π. κίνησις Id.de An.432b14.

II. of or for a march, τὰ π. διαστήματα Plb.12.19.7; π. ἀγωγή Id.12.20.6.

2. for conveyance, ὁ π. Ἀλεξανδρεῖνος στόλος, of the cornfleet, IG14.918 (ii A.D.); ὁ στόλος ..ὁ ἐκ πλοίων πορευτικῶν Arch.Pap.2.447 (Alexandria, ii A.D.).