Previous: προθρῴσκωNext: προθυμέομαι


πρόθῡμα, ατος, τό, (προθύω) preparatory offering, Ar.Pl.660, cf. Sch. ad loc.; τὰ π. τῆς ἑορτῆς IG22.1635.37, cf. 47.25: metaph., [ἐμὸν θάνατον] π. ἔλαβεν Ἄρτεμις E.IA1311(lyr.).