Previous: προαγορευτήςNext: προαγορεύω


προᾰγορ-ευτικός, ή, όν, prophetic, φωνή Poll.1.15; τῶν μελλόντων Chrysipp. ap. Diogenian.Epicur.4.40; κινδύνων Artem.1.66: ἡ -κή (sc. τέχνη) the art of divination, Poll.1.19.