Previous: προνομήNext: προνόμιον


προνομ-ία, ἡ, (νόμος) privilege, Ph.1.6, al., Plu.2.279b, 296c (pl.), PFlor.382.14 (iii A. D.), Lyd.Mag.3.24, etc.; π. διδόναι τινί Str.15.1.54, Luc.Abd.23, etc.

II. (νομός) right of pasturage, IG9(1).442 (Acarn., iv B. C.).