Previous: προσποιητικόςNext: προσπολεμέω


προσποι-ητός, όν, or ή, όν Demarat. ap. Plu.2.309d, or προσποίητος:—
taken to oneself, assumed, affected, pretended, ἐραστής Pl.Ly.222a; ἔχθραι D.58.39; ἡ π. καλοκἀγαθία Din.3.18; φιλανθρωπία Arist.VV1251b3; φυγή Demarat. l.c. Adv. -ητῶς or -ήτως, opp. τῷ ὄντι, Pl.Tht.174d, cf. D.C.44.47, etc.: neut. pl. προσποιητά as Adv., Babr.103.5, 106.17.

2. to be adopted, Stoic.1.57.