Previous: προτενθεύωNext: προτεραῖος


προτένθ-ης, ου, ὁ (ἡ, Ael.NA15.10), in pl., those who celebrated the Δορπία (q.v.), ἀφεῖσθαι τοὺς βουλευτὰς ..ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἧς οἱ π. ἄγουσι πέντε ἡμέρας Decr.Att. ap. Ath.4.171e; τίς εἰμ' ἐγώ; ἡ τῶν π. Δορπία καλουμένη Philyll.8.

2. forestaller, regrater, in pl., Ar.Nu.1198 (ubi v. Sch.), Pherecr.7.

3. Adj., greedy, Ael.Fr.39; ἡ μάλιστα π. [πηλαμύς] Id.NA l.c. (Glossed προγεύστης by Artemidor. ap. Ath. 4.171b, cf. ib.c.)