Previous:
πρυτάνευμα
Next:
πρυτανεύω
πρῠτᾰν-εύς, έως, ὁ,= πρύτανις,
IG
12(1).49.12 (
Rhodes
),
f.l. in
Harp.
S1.v. πρυτανεύοντα.