Previous:
σεμνοπρέπεια
Next:
σεμνοπροσωπέω
σεμνο-πρεπής, ές,
solemn-looking, dignified
,
D.C.
42.34,
D.L.
8.11 (both Sup.); τὸ σ.,= σεμνοπρέπεια,
D.C.
68.31.
Adv.
-πῶς
Hdn.
2.10.3
.