Previous: σκηνοφύλαξNext: σκηνύδριον


σκην-όω, pitch tents, encamp, ἐσκήνωσαν v.l. for -ησαν in X.An.2.4.14; σκηνοῖεν v.l. for σκηνῷεν (cj.) in ib.7.4.12.

2. = σκηνέω (q.v. sub fin.), live or dwell in a tent, ἐν τῷ ὁμοῦ σκηνοῦν prob. cj. in Id.Cyr.2.1.25: generally, settle, take up one's abode, κατὰ τὰς κώμας σκηνοῦν Id.An.4.5.23; -οῦν ἐν ταῖς οἰκίαις ib.5.5.11; ἐν τῇ ἀκροπόλει, οὗπερ αὐτὸς ἐσκήνου Id.HG5.4.56, cf. LXX Jd.5.17, al., J.AJ3.12.6: metaph., ὁ λόγος ..ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν Ev.Jo.1.14:—
hence in pf.Pass., live or be, πόρρω ἐσκήνωται (v.l. ἐσκήνηται) τοῦ θανάσιμος εἶναι Pl.R. 610e.

II. trans., pitch a tent, σκηνὰς ..σκηνώσας Polyaen.7.21.6.

2. τὸν τόπον τὸν νῦν σκενοῖ (sic) the place which he now inhabits, dub. in PCair.Zen.499.89 (iii B.C.).