Previous: στρατοκῆρυξNext: στρατολογία


στρᾰτο-λογέω, (λέγω (B)) levy an army, enlist soldiers, D.H.11.24, J.AJ5.1.28, al.:—
Pass., ἐκ συμμάχων στρατολογηθέντων D.S.12.67, cf. Plu.Caes. 35.