Previous:
συνδιαβαίνω
Next:
συνδιαβαπτίζομαι
συνδια-βάλλω,
cross together
,
πάντα [τὰ πλοῖα] ξυνδιέβαλλε τὸν κόλπον
Th.
6.44
.
II.
accuse along with
,
D.
61.12:—
Pass.,
to be accused together
,
Th.
6.61,
Lys.
12.93,
D.
39.19.