Previous:
συνδιαβάλλω
Next:
συνδιαβαστάζω
συνδια-βαπτίζομαι, Med.,
infuse itself into
,
φύσις σ. τοῖς σώμασι
Procl.
in Prm.
p.617
, cf. p.690
S.
: also as v.l. for δια- in
D.
25.41.