Previous: συνεξεταστήςNext: συνεξευρίσκω


συνεξ-ευπορέω or συνεξ-ίζω, f.l. for συνεκπορίζω in X.An.5.8.25: fut. inf. -ήσειν Iamb.Comm.Math.34: aor. inf. -ῆσαι Procl.in R.2.96 K.