Previous: τάραξιςNext: ταράσσω


Τάρας [ᾰρ], αντος, o( and (acc. to Eust.1390.59) ἡ, Tarentum, a town of Magna Graecia, on a river of the same name, Hdt.1.24, Th.6.34, etc.: also pr. n. of the river-hero, Str.6.3.2, Paus.10.10.8; Τάραντος ἀγλαὸν ὕδωρ Orac. ap. D.S.8.21:—
hence Τᾰραντῖνος, η, ον, Tarentine, ὁ Τ. κόλπος Str.6.1.11; ἡ -νη (sc. χώρα) Id.6.1.4; Τ., ὁ, a Tarentine, Hdt.3.138, etc.; Ταραντίνων πολιτεία Arist.Fr. 590:—
cf. Ταραντῖνοι, Ταραντῖνον.